February 28, 2024

Ιστορία – Αρχαιολογία

Ιστορία του Αετού

Ο Αετός (Δοβρόι), είναι ένα μικρό πανέμορφο χωριό των ανατολικών Τζουμέρκων του νομού Τρικάλων με υψόμετρο 760-800μ. Απέχει περίπου 70 χιλιόμετρα από τα Τρίκαλα και 80 από την Άρτα. Είναι κτισμένο πολύ κοντά στον Άσπρο(Αχελώο). Βρίσκεται στο δρόμο Τρικάλων –Άρτας, τρία χιλιόμετρα μετά από το φράγμα «Μεσοχώρας». Αφού περάσουμε τη γαλαρία Αετού ανεβαίνοντας από τα Τρίκαλα για την Άρτα, στα πενήντα μέτρα στρίβουμε δεξιά συναντώντας πρώτα την πολιούχο του χωριού μας, Αγία Παρασκευή με το νεκροταφείο, την Παναγία με το πέτρινο καμπαναριό της και το παλιό Δημοτικό Σχολείο με την πρόσφατη ανακαινισμένη πλατεία του από τον Πολιτιστικό Σύλλογό μας. Στα δέκα μέτρα βόρεια στέκεται θεόρατος, αγέρωχος, λεβέντης παρά την πανάρχαια ηλικία του «Ο Δέντρος» (βελανιδιά), άλλοτε ως καμπαναριό, άλλοτε ο ίσκιος του ως Σχολείο, την περίοδο του σεισμού το 1967 και τι δεν έχει προσφέρει; Τώρα είναι εκεί και περιμένει το καλοκαίρι τα παιδιά να κάνουν τις τρέλες τους στην παιδική χαρά. Ανηφορίζοντας ούτε εκατό μέτρα φτάνουμε στο «Μ(ε)σοχώρι», την πλατεία του Αετού. Το κέντρο του χωριού με τα τρία μαγαζιά του από τα οποία μόνο ένα παραμένει ανοικτό.

Αρχαιότητα

Στη δυτική πλαγιά του κατά την αρχαιότητα υπήρξε κώμη-πόλη του βασιλείου των Αθαμάνων αγνώστου ονομασίας. Το αναμφισβήτητο γεγονός ύπαρξης αρχαίας αθαμανικής πόλης επιβεβαιώνουν τα διάσπαρτα κεραμίδια που ακόμα και τώρα υπάρχουν. Στις θέσεις Γραβιά, Παλιόλακα, Μετερίζι, Γούρνες Αγίας Παρασκευής, Μπαρμπαρούσα, Τζιαδήμα, Ρουκοκάλυβο και σε πολλά άλλα χωράφια καλλιεργώντας τα έβρισκαν οι χωριανοί μας ελληνιστικά χάλκινα και αργυρά νομίσματα, διάφορα κεραμοειδή αντικείμενα καθημερινής οικιακής χρήσης (πυραμοειδή ζύγια αργαλειών, πάτοι και χερούλια από στάμνες, πιάτα κ.ά.). Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, στο Γραβιά, κάποιος κάτοικος του Αετού, ο Απόστολος Κόγκος, σκάβοντας να βγάλει μια πλάκα πέτρινη για να τη βάλει σε γωνιά τζακιού ανακάλυψε ότι η πλάκα ήταν το σκέπαστρο αρχαίου τάφου με κτερίσματα μικρούς αμφορείς, μύτη ακοντίου, χάλκινος δίσκος, τα δε οστά του τάφου ήταν σε μορφή στάχτης (αποτεφρωμένα), στη θέση Ρουκοκάλυβο βρήκε ο ίδιος κάτοικος μυλόπετρα και άλλα παρελκόμενα αρχαίου μύλου. Η καταστροφή της πόλης αυτής επήλθε από τους Ρωμαίους το 167 π.Χ. Η πλαγιά αυτή δε γνωρίζουμε αν κατοικήθηκε στα νεώτερα χρόνια, ούτε απομεινάρια μοναστηριού ότι βρέθηκαν στο Γραβιά.

Βυζαντινά χρόνια –Τουρκοκρατία

Η πρώτη έγγραφη μαρτυρία περί υπάρξεως οικισμού στο χωριό μας είναι του 1336 μ.Χ σε χρυσόβουλο του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου με την ονομασία «γη του Δόβρεσι» και ιδιοκτησία κτηματική της μονής « Των Μεγάλων Πυλών», Πόρτας Παναγιάς, και αργότερα σε σιγίλιο του Πατριάρχη Αντωνίου του Δ΄, 1393 μ. Χ. μεταβιβάζεται η ιδιοκτησία  της «γη του Δόβρεσι» στη μονή Δουσίκου. Στην απογραφή των Οθωμανών το 1454/5 μ.Χ αναφέρεται ως Dorovi. Σε μεταγενέστερες αναφορές τους οι Τούρκοι το αναφέρουν ως Δοβρόη, Δωβρόη και Ντοβρόι.

Νεώτερα χρόνια-σήμερα

Η απελευθέρωση της Θεσσαλίας και μέρος της Ηπείρου, Άρτας, το 1881μ. Χ. από το ζυγό των Τούρκων, βρίσκει (το), τη  Δοβρό(ι)η στη διεξαχθείσα  απογραφή με 137 κατοίκους. Ο πληθυσμός του αυξάνεται συνεχώς μέχρι τον πόλεμο του 1940 , το 1928 έχει 155 κατοίκους. Ενώ έφτασε να έχει πάνω από 130 ψηφοφόρους, άρχισε να μειώνεται δραματικά μετά τον πόλεμο και ιδιαίτερα μετά το σεισμό του 1967. Σήμερα πολλοί  λίγοι ζουν σ’ αυτό κατά του χειμερινούς μήνες. Το καλοκαίρι ανεβαίνουν πολλοί για τις διακοπές τους. Η ιστορία του χωριού ακολουθεί τα γεγονότα της Θεσσαλίας και της Ηπείρου και συμμετέχει σ’ αυτά με τις γνωστές θυσίες των παιδιών του όπως και των όμορων χωριών κατά τους απελευθερωτικούς αγώνες τους πριν την απελευθέρωση του 1881. Π.χ στη μάχη στο Αυτί Θεοδωριάνων το 1805, στην επανάσταση του 1821στο αρματολίκι του Στορνάρη, στον οποίο ανήκε η Λογγά και πουλήθηκε απ’ αυτόν σε Δοβροίτες και Παχτουριώτες αργότερα. Επίσης  και στα  επαναστατικά κινήματα των Ηπειροθεσσαλών συμμετέχει με άνδρες του. Στους βαλκανικούς πολέμους του 1912-13, μικρασιατική εκστρατεία1919-22 (ο Γεώργιος Χρήστου Τσάκαλος, αδερφός του Δημητρίου Κουρδομπούλα κείτεται στο Αδίνι της Μ. Ασίας  )  και  στο έπος του σαράντα αργότερα στέλνει πολλά παλικάρια του στα ηπειρωτικά βουνά κατά των Ιταλών. Συμμετέχει στην Εθνική Αντίσταση κατά των Γερμανών βοηθώντας τις δυνάμεις το ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ με κάθε τρόπου που ζητούν. Στο πέρασμα των Γερμανών την 1η Νοεμβρίου 1943 κάηκαν οι καλύβες στη Λογγά και δεν πρόλαβαν να κάψουν την Παναγία , αφού, όπως ανέφεραν γέροντες που έζησαν το γεγονός « …Έβαλαν φωτιά στο προσκυνητάρι της Παναγίας και έφυγαν αφού οι κάτοικοι είχαν κρυφτεί…) Και τρεις άνδρες κρυμμένοι σε μικρή απόσταση από την εκκλησία έσβησαν τη φωτιά και δεν πήρε διαστάσεις. Η εικόνα του προσκυνηταριού μάλλον κάηκε όχι άλλες. Στον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε οι κάτοικοι παρέμειναν ενωμένοι και δεν είχαν σοβαρές αντεγκλήσεις, με αποτέλεσμα να μην υπάρξουν θύματα εκατέρωθεν. Το κοινοτικό κατάστημα της πλατείας κατά την τουρκοκρατία ήταν το «κουτσέκι», αποθήκη της δεκάτης των Τούρκων. Μετά την απελευθέρωση χρησιμοποιούνταν για σχολείο ως το 1950 περίπου που κατασκευάστηκε το σχολείο δίπλα στην Παναγία. Το σχολείο λειτούργησε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970 οπότε και έκλεισε.

Διοίκηση

Στην αρχαιότητα η περιοχή μας υπαγόταν στο βασίλειο των Αθαμάνων και συνέχισε την πορεία της με τα διάφορα «κρατικά» μορφώματα που δημιουργούνταν ανάλογα με τους κατακτητές και την εποχή τους. Το κράτος του Πύρρου, Νέα Ήπειρος, θέμα Νικόπολης στη Ρωμαιοκρατία, Μεγάλη Βλαχία, Δεσποτάτο της Ηπείρου κλπ. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας υπήχθη στο σαντζάκι των Τρικάλων και αργότερα στο πασαλίκι του Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Εντάχτηκε στο αρματολίκι του Ασπροποτάμου και επειδή εκκλησια- στικά υπαγόταν στην επισκοπή Τρίκκης από την βυζαντινή εποχή την οποία διατήρησε και το οθωμανικό κράτος, με την απελευθέρωσή της Θεσσαλίας και τμήμα της Ηπείρου το Δοβρόι βρέθηκε στο γεωγραφικό διαμέρισμα της Θεσσαλίας και στο νομό Τρικάλων. Με διάταγμα του 1883 εντάχτηκε στο δήμο Κοθωνίων με έδρα τη Βιτσίστα,(Μεσοχώρα) μέχρι το 1912. Μετά υπήχθη στην κοινότητα Παχτουρίου και από τη δημιουργία του Νόμου «Καποδίστρια», 2000 εντάχτηκε στη διευρυμένη κοινότητα Νεράιδας. Από το 2011 υπάγεται σύμφωνα με το νόμο «Καλλικράτης» στο δήμο Πύλης.

Ασχολίες των κατοίκων

Οι κάτοικοι  ασχολούνταν  με την κτηνοτροφία κυρίως και η γεωργία συμπλήρωνε τα αναγκαία προς το ζην. Τα παλιότερα χρόνια όλες οι οικογένειες είχαν το κοπάδι τους μικρό η μεγάλο από γίδια ή πρόβατα ή ακόμα και τα δυο. Σε κάθε σπίτι υπήρχε το υποστατικό  για τα οργώματα, τη σπορά  και τις μεταφορές. Κυρίως μουλάρια ,γαϊδούρι, βόδια αλλά  και αγελάδες. Οι κότες δεν έλλειπαν από κανένα νοικοκυριό. Την αυτάρκεια της διατροφής  συμπλήρωνε το κυνήγι του λαγού και της πέρδικας ή ακόμα και η κλοπή που για μερικούς ήταν άθλος και το είχαν σε καμάρι. Τους χειμερινούς μήνες που οι ασχολίες τους ήταν λιγότερες στα χωράφια και τα ζωντανά έμειναν κοντά στο χωριό,  πολλοί άνδρες πήγαιναν στην Αθήνα  και με τη «φουφού» του καστανά συμπλήρωναν το εισόδημά τους. Μερικοί κτηνοτρόφοι κατέβαιναν στα χειμαδιά με τα κοπάδια τους το φθινόπωρο και γύριζαν την άνοιξη, (Λουτρό Λαρίσης οι Τσακαλαίοι). Άλλοι πήγαιναν στις ελιές στο Βόλο και σ’ άλλα μέρη για μεροκάματο. Από τις αρχές του καλοκαιριού θέριζαν τα λιγοστά σιτάρια για τον τραχανά, τα πρόσφορα για την εκκλησία και ότι απόμεινε αφού κρατούσαν τον απαραίτητο σπόρο έκαμαν και πότε- πότε καμιά κουλούρα «καθάριο» ψωμί. Ο βασικός « επιούσιος άρτος» ήταν η «μπομπότα». Το τυρί,  το ξινοτύρι για πίτες το βούτυρο, τα φασόλια, τα ρεβίθια και οι  φακές με τα λάχανα  και τις ποικιλίες από πίτες ήταν το διατροφικό μενού. Το κρέας το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, της Αγίας Παρασκευής και όποτε … περίσσευε από το σφάγιο του συγγενή, του γείτονα ως δανεικό και  σπάνια από το χασάπη. Υπήρχε σχετική αυτάρκεια αγαθών για  τα απαραίτητα του νοικοκυριού και η αγορά των υπολοίπων συμπληρωνόταν από τα γειτονικά χωριά της περιοχής.

Κόγκος  Αθανάσιος