April 23, 2024
panigiri

panigiri

Τα πιο παλιά χρόνια στον τόπο μας δεν υπήρχαν καθόλου συγκοινωνίες, αυτοκίνητα, δρόμοι και οι άλλες ανέσεις που υπάρχουν σήμερα. Ούτε ράδια ούτε τηλεοράσεις ούτε ψυγεία ούτε τηλέφωνα  ούτε ηλεκτρικό ρεύμα. Ο κόσμος σε μεγάλο βαθμό ζούσε  στην απομόνωση. Η διασκέδαση έλλειπε παντελώς. Δεν υπήρχαν τότε ταβέρνες και κέντρα διασκέδασης. Όλοι μικροί και μεγάλοι έδιναν την καθημερινή τους βιοπάλη και το δικό τους αγώνα, κυρίως για να επιβιώσουν και να ζήσουν, πάνω στα κακοτράχαλα βουνά και στο άγριο τοπίο. Σχεδόν τα πάντα που είχαν σχέση με την τροφή  και την ενδυμασία τους τα παρήγαγαν και τα έφτιαχναν μόνοι τους. Οι άνθρωποι ήταν εκ των πραγμάτων και αναγκαστικά, γεωργοί, κτηνοτρόφοι, τσαγκάρηδες, ραφτάδες και ό, τι  άλλο τους πίεζε η ίδια η ανάγκη. Ζούσαν μια ζωή σκληρή και δύσκολη.

    Τα πανηγύρια ήταν μια όαση,  μια στιγμή  ξενοιασιάς και μια ευκαιρία για διασκέδαση στη σκληρή και κοπιαστική ζωή που ζούσαν οι άνθρωποι. Πανηγύρια γίνονταν σε όλα τα χωριά και ήταν αφιερωμένα στη μνήμη και στη γιορτή κάποιου αγίου και στην τοπική εκκλησία που έφερε και το όνομα του Αγίου ή της Αγίας. Στη δική μας περιοχή και στο δικό μας χωριό το ετήσιο πανηγύρι λειτουργούσε στα παλιότερα εκείνα χρόνια με τους παρακάτω ρόλους.

  •  Το πανηγύρι ήταν τόπος συνάντησης, συνεύρεσης και ανταμώματος των κατοίκων του χωριού μας, αλλά και με τους κατοίκους των γειτονικών χωριών που έρχονταν στο τοπικό πανηγύρι.
  • Οι κάτοικοι του ενός χωριού γνωρίζονταν με τους κατοίκους των άλλων χωριών κυρίως μέσω των πανηγυριών. Οι σκληρές καθημερινές δουλειές, η έλλειψη συγκοινωνιακών μέσων εμπόδιζαν την αλληλοεπικοινωνία και την αλληλογνωριμία μεταξύ των κατοίκων των γειτονικών χωριών  και τα πανηγύρια βοηθούσαν σε μεγάλο βαθμό προς αυτή την κατεύθυνση.
  • Τα πανηγύρια τότε ήταν ο μοναδικός και αποκλειστικός τρόπος διασκέδασης των κατοίκων, μαζί φυσικά με τους γάμους και τα βαφτίσια. Το κύριο όμως και κυρίαρχο μέσο διασκέδασης ήταν πάντα τα πανηγύρια και σε μικρότερο βαθμό οι γάμοι και τα βαφτίσια.
  • Πέρα όμως από το αντάμωμα, τη συνεύρεση, την αλληλοεπικοινωνία και την αλληλογνωριμία μεταξύ των κατοίκων μιας περιοχής τα πανηγύρια έπαιζαν τότε μια πολύ πιο σπουδαία και σημαντική λειτουργία. Αυτή της γνωριμίας μεταξύ των νέων του χωριού ή των χωριών με τελική κατάληξη το γάμο και την παντρειά. Τα πανηγύρια ήταν το νυφοπάζαρο και ο τόπος που γίνονταν οι γνωριμίες μεταξύ των νέων και τα προξενιά. Η επικοινωνία τα παλιότερα χρόνια μεταξύ των νέων, λόγω κυρίως των αυστηρών ηθών και εθίμων, ήταν πάρα πολύ δύσκολη. Όχι μόνο το πλησίασμα, όχι μόνο η συζήτηση  και η συνομιλία, αλλά και το απλό κοίταγμα ανάμεσα στο αγόρι και στο κορίτσι θεωρούνταν τότε κατακριτέο, επιλήψιμο και αμάρτημα. Στον κοινό κυκλικό όμως χορό, στα κάγκελα, τα αυστηρά αυτά ήθη και έθιμα χαλάρωναν, το αγόρι και το κορίτσι επιτέλους μπορούσε να κοιτάξει το ένα το άλλο στα μάτια, να πιαστούν χέρι – χέρι και γιατί όχι να συνομιλήσουν και να κουβεντιάσουν, έστω και για λίγο, όσο κρατούσε ο χορός. Η κλειστή και αυστηρότατη κοινωνία μπροστά στον κυκλικό χορό της πλατείας έσπαγε, χαλάρωνε (τα μάτια πάντα έπαιζαν τον κυρίαρχο ρόλο), μετά αμέσως έπιαναν δουλειά οι προξενητάδες με τις προξενήτρες, οι γνωστοί και οι συγγενείς και πάντα συνήθως τα περισσότερα προξενιά, οι αρραβώνες και οι γάμοι επακολουθούσαν μετά τα πανηγύρια. Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι τα παλιότερα χρόνια πέρα από την πίστη, τη λατρεία προς τον τοπικό άγιο και τη θρησκευτικότητα των κατοίκων, αμέσως μετά ο κυριότερος ρόλος των πανηγυριών ήταν αυτός της επαφής και της γνωριμίας ανάμεσα στους νέους με τελική κατάληξη το γάμο. Και βέβαια αυτός της διασκέδασης, του γλεντιού, της χαράς και του ξεφαντώματος.

    Στο χωριό μας γίνονταν δύο πανηγύρια. Της αγίας Παρασκευής που ήταν και το επίσημο και της Παναγίας. Το πανηγύρι της αγίας Παρασκευής κρατούσε 3 μέρες, την παραμονή, ανήμερα και την επομένη της ονομαστικής εορτής της αγίας, δηλαδή 25, 26 και 27 Ιουλίου, ενώ της Παναγίας γίνονταν μόνο μία μέρα στις 15 Αυγούστου. Το πανηγύρι της Παναγίας σταμάτησε να γίνεται από το 1936, γιατί τότε κοντά στη μέρα του πανηγυριού πνίγηκε στο ποτάμι ο Κωνσταντίνος  Μπανταβάνης (Κωστούλας). Ο Κωστούλας πνίγηκε ακριβώς εκεί που είναι χτισμένο το φράγμα σήμερα και ο βρος σε εκείνο το σημείο έκτοτε πήρε το όνομά του, ο βρος του Κωστούλα (βρος θα πει ένα μέρος του ποταμού με μεγάλο βάθος). Λέγανε ότι το ποτάμι σε εκείνο το σημείο είχε βάθος 18 μέτρα. Ο Κωστούλας μαζί με άλλους έριξε δυναμίτη στο μέρος εκείνο του ποταμού και πήγε να μαζέψει τα νεκρά ψάρια και τον τράβηξε μέσα η δίνη και η ορμή του νερού και πνίγηκε. Λόγω πένθους το πανηγύρι δεν έγινε και έκτοτε σταμάτησε να γίνεται. Εδώ και 5-6 χρόνια ο χορός που διοργανώνεται από το σύλλογο του χωριού μας κοντά στην ημέρα της Παναγίας είναι στην ουσία μια προσπάθεια αναβίωσης του πανηγυριού εκείνου.

    Το πανηγύρι της αγίας Παρασκευής που γίνεται σήμερα είναι εντελώς διαφορετικό από τα παλιότερα πανηγύρια. Πιο παλιά το πανηγύρι άρχιζε νωρίς το απόγευμα κατά τις 4 η ώρα. Άντρες και γυναίκες με το που χτύπαγε η καμπάνα μαζεύονταν στην πλατεία και χόρευαν όλοι μαζί σε κυκλικό χορό. Πολλές φορές για να προλάβουν να χορέψουν όλοι, ο χορός ήταν και διπλός, δηλαδή 2 κύκλοι. Μόλις νύχτωνε οι γυναίκες έφευγαν, γιατί τότε οι γυναίκες δεν σύχναζαν, δεν κάθονταν στο καφενείο και στην πλατεία και γιατί έπρεπε να μαγειρέψουν για τους ξένους συγγενείς που είχαν έρθει από τα άλλα τα χωριά για το πανηγύρι. Το γλέντι  λοιπόν, συνεχίζονταν από τους άντρες στο μοναδικό καφενείο του χωριού, στο καφενείο του Γεροϊτου, πολλές φορές μέχρι και το πρωί. Και οι γυναίκες βέβαια άφηναν το φαγητό να βράζει στα κακάβια ή να ψήνεται στις γάστρες και μαζεύονταν κυκλικά της πλατείας κρεμασμένες στις φράχτες και στα παλούκια ή κάτω απ΄ τη σκαμνιά του Καλαμαρή και αγνάντευαν  τους άντρες που γλένταγαν και μεθοκοπούσαν στην πλατεία στο καφενείο του Γεροϊτου. Έτσι ήταν τότε τα πράγματα. Ο χορός και το γλέντι τη νύχτα ήταν για τους άντρες και το καραούλι για τις γυναίκες. Ακόμα τρία χαρακτηριστικά είχε το πανηγύρι τότε. Οι κομπανίες του πανηγυριού δεν είχαν μικροφωνικές εγκαταστάσεις, το καφενείο και η πλατεία δεν είχαν ηλεκτρικό ρεύμα και έλειπαν τα ψητά και τα φαγητά. Οι άντρες την έβγαζαν «ξεροσφίρι» με στραγάλια και τσίπουρο, οπότε τι να κάνουν τα στραγάλια και με στομάχι άδειο, γίνονταν τάβλα στο μεθύσι από το τσίπουρο. Όσο για φωτισμό υπήρχαν τα λουξ, ένα μέσα στο καφενείο και ένα έξω. Αργότερα ήρθαν τα ψητά, οι μπύρες τα φαγητά και μετά τελευταίο ακολούθησε το ηλεκτρικό ρεύμα μαζί με τις ηχητικές εγκαταστάσεις.

    Το πανηγύρι της αγίας Παρασκευής γνώρισε μεγάλες δόξες και τιμές(και δεν πιστεύουμε ότι θα ξαναέρθουν τέτοιες χρυσές εποχές) τις δεκαετίες του 1960, 1970 και μέχρι τη δεκαετία του 80 και τα χρυσά αυτά χρόνια του πανηγυριού είναι στενά δεμένα με την αξέχαστη και αλησμόνητη κομπανία του περίφημου κλαρινίστα Γιώργου Βούκια από το Γαρδίκι Τρικάλων, το ονομαστό βλαχοχώρι. Στους παρακάτω λόγους οφείλεται κατά τη γνώμη μας η χρυσή αυτή τριακονταετία του πανηγυριού.
1ο. Το μισό χωριό την εποχή αυτή είναι ξενιτεμένο-κυρίως οι νεότεροι- σε Τρίκαλα και σε συντριπτικό βαθμό στην Αθήνα και το άλλο μισό χωριό βρίσκεται στον Αετό κυρίως οι μεγαλύτεροι σε ηλικία. Τα παιδιά στην Αθήνα και οι γονείς στο χωριό.
2ο.  Η χώρα έχει βγει από έναν φοβερό  εμφύλιο πόλεμο τελείως κατεστραμμένη και αρχίζει μια σχετική οικονομική ανάκαμψη με έντονη την εσωτερική μετανάστευση.
3ο. Τα παιδιά του χωριού που ζουν ξενιτεμένα στην Αθήνα δουλεύουν σκληρά για να επιβιώσουν ή και να σπουδάσουν μαζί, το σώμα τους βρίσκεται στην πρωτεύουσα, αλλά η ψυχή  και το μυαλό τους βρίσκονται πίσω στη γενέτειρα, στο χωριό, όπου και βρίσκονται τα αγαπημένα πρόσωπα.
4ο. Η νέα γενιά του χωριού ζει και εργάζεται σκληρά στην πρωτεύουσα, αλλά περιμένει το καλοκαίρι και κυρίως το πανηγύρι. Εκεί στο πανηγύρι θα ανταμώσουν όλοι μαζί για να χορέψουν και να γλεντήσουν και το κυριότερο όλες οι φτωχές οικονομίες του χειμώνα θα κατατεθούν στο γλυκό και μελωδικό ήχο του κλαρίνου του μπάρμπα- Γιώργου, όχι για επίδειξη και για εφέ, αλλά γιατί έτσι το ποθεί η καρδούλα τους και γιατί ένα ολόκληρο χρόνο περιμένουν αυτή τη στιγμή, αυτό το τάμα θα λέγαμε στα πόδια του αγαπητού μπάρμπα- Γιώργου Βούκια. Και είναι αλήθεια ότι έβγαζε καλό μεροκάματο τότε ο αγαπητός Βούκιας, μεροκάματο που δεν το βλέπουν ούτε στον ύπνο τους οι σημερινές κομπανίες. Πήγαιναν κι έρχονταν τα πεντοχίλιαρα τότε. Στην ουσία έναν ολόκληρο χρόνο οι τότε νεολαίοι που ζούσαν στην Αθήνα, ζούσαν και ανάπνεαν για το πανηγύρι.
5ο. Κρατούσε κόσμο τότε το χωριό, έρχονταν και οι ξενιτεμένοι και γέμιζε η πλατεία και το καφενείο, γιατί πανηγύρι χωρίς κόσμο δε γίνεται. Σήμερα δυστυχώς ο κόσμος στο πανηγύρι είναι κατά πολύ λιγότερος και δεν ξέρουμε αν η φθίνουσα πορεία θα συνεχιστεί.

    Τα τελευταία χρόνια οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες άλλαξαν στην περιοχή μας και αυτός είναι ο κυριότερος λόγος που το πανηγύρι πήρε φθίνουσα πορεία. Οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού μας είναι μετρημένοι πλέον στα δάχτυλα των χεριών μας, το χωριό έχει κάποια ζωή τους καλοκαιρινούς μήνες, οι νέοι ζουν στις μεγαλουπόλεις πλέον, όπου έχουν άλλους ρυθμούς ζωής, άλλα ακούσματα, άλλα ενδιαφέροντα, άλλους τρόπους διασκέδασης, άλλα ήθη και έθιμα, άλλη νοοτροπία. Η μόνιμη κατοικία των ανθρώπων είναι μακριά απ’  το χωριό και το χωριό σε ένα βαθμό ο άλλος το βλέπει σαν ολιγοήμερες καλοκαιρινές διακοπές. Όλες οι παραπάνω αλλαγές πρέπει να ληφθούν από όλους μας υπόψη. Ζητούμενο είναι να δούμε όλοι μας τη συνέχεια του πανηγυριού μέσα στο χρόνο. Μια συνέχεια που κατά τη γνώμη μας πρέπει να υπάρξει και να έχει και διάρκεια και μέλλον για τους παρακάτω λόγους.

  • Να δούμε το πανηγύρι όχι σαν μια προσπάθεια διατήρησης ενός εθίμου και μιας παράδοσης(που και αυτή πρέπει να υπάρχει), αλλά σαν μια προσπάθεια διατήρησης μιας πολιτιστικής κληρονομιάς που έρχεται από πολύ παλιά και από τα βάθη των αιώνων. Γιατί το πανηγύρι είναι από μόνο του ένα πολιτιστικό γεγονός τεράστιας σημασίας που παλιότερα μιλούσε στις ψυχές των ανθρώπων και θέλουμε να μιλάει και σήμερα στις καινούργιες συνθήκες και στα καινούργια δεδομένα.
  • Να δούμε και να προσέξουμε την ποιότητα της μουσικής, την ποιότητα των μουσικών κομπανιών με το ιδιαίτερο ασπροποταμίτικο χρώμα. Ευτυχώς για το χωριό μας η τελευταία νεανική κομπανία που έρχεται στο πανηγύρι και στα γλέντια του συλλόγου υπόσχεται λαμπρό μέλλον από πλευράς ποιότητας και επιπέδου.
  • Ίσως για την καλύτερη συνέχεια και για λόγους ποιότητας, κύρους και επιπέδου μια καλή λύση θα ήταν ο σύλλογος του χωριού να αναλάβει την αποκλειστική διοργάνωση του πανηγυριού σε ό, τι αφορά τουλάχιστον τη διοργάνωση και τη μουσική πλευρά του. Παλιότερα το πανηγύρι έπαιζε άλλο ρόλο και σήμερα καλείται να παίξει εντελώς διαφορετικό ρόλο σε άλλες συνθήκες και σε άλλες εποχές.
  • Σήμερα την εποχή της παγκοσμιοποίησης, σε μια εποχή που τα πάντα τείνουν να ισοπεδωθούν, να αλλοιωθούν και να εξαφανιστούν η διατήρηση του πανηγυριού, του πανάρχαιου αυτού εθίμου που εμείς κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας, είναι ένα στοίχημα για εμάς τους νεότερους. Στοίχημα που έχει στοιχεία πολιτισμού και κουλτούρας της πατρίδας μας και της περιοχής μας, ιστορικής συνέχειας και ιστορικής μνήμης, στοιχεία λειτουργίας σαν συνδετικός κρίκος για συνεύρεση και κοινό αντάμωμα ανάμεσα μας, μιας και είμαστε όλοι μας διασκορπισμένοι δεξιά και αριστερά, μακριά από τη γενέτειρα γη και τη γη των προγόνων μας. Αν σταματήσει το πανηγύρι, ίσως σταματήσει να υπάρχει και το χωριό. Τελειώνοντας θα έλεγα ότι από εμάς τους ίδιους εξαρτάται αν θα πετύχουμε ή αποτύχουμε σε αυτό το στοίχημα, αν δηλαδή θα εξακολουθήσει να γίνεται το πανηγύρι και να υπάρχει και το χωριό μας.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *